Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Συνάντηση Απριλίου

Η επόμενη συνάντηση της λέσχης θα γίνει την Πέμπτη 7 Απριλίου στις 20.30 στο πατάρι της Ολυμπιάδας. Θα διαβάσουμε το βιβλίο "Η ιδέα της φύσης", του Ιωσήφ Μποντετζάγια, από τις εκδόσεις Κριτική.

"Οικολογική νοημοσύνη": σύνοψη της συζήτησης

Το βιβλίο του Γκόλντμαν πυροδότησε αρκετές συζητήσεις στη λέσχη μας την Πέμπτη 3 Μαρτίου. Γενικώς επικράτησαν τα αρνητικά σχόλια:

α) δεν έχει δομή ενιαίου και διεξοδικού δοκιμίου, αλλά μάλλον μοιάζει με συρραφή πολλών μικρών δημοσιογραφικών πληροφοριακών άρθρων, πανομοιότυπων και στη διάταξη και στο θέμα, τα οποία έχουν εμπλουτιστεί με ακόμα περισσότερες πληροφορίες και μικρο-αφηγήσεις περιστατικών ώστε να κατασκευάσουν βιβλίο – χωρίς τελικά να καταλήγει σε μια συνολική πρόταση, ή έστω ερώτηση, σχετικά με όλες αυτές τις πληροφορίες που υποτίθεται περιγράφουν την «οικολογικότητα» κάθε αγαθού, και χωρίς να μας λέει, πώς μπορούμε να αξιολογούμε και να χρησιμοποιούμε, έστω ως καταναλωτές, αυτά τα στοιχεία στην καθημερινή μας πρακτική.

β) τα κεφάλαιά του φαίνεται να «λένε τα ίδια και τα ίδια»: δεν υπάρχει κάποια ιστορία ή κάποια θεωρία που να αναπτύσσεται και να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το βασικό του θέμα, που εμφανίζεται σε όλα τα κεφάλαια με την ίδια βαρύτητα, είναι η ριζική διαφάνεια κατά τον κύκλο ζωής ενός προϊόντος, δηλαδή το πώς ο τελικός καταναλωτής μπορεί να γνωρίζει την πορεία παραγωγής ενός αγαθού που αγοράζει και πόσο «πράσινος» ή οικολογικά ευαισθητοποιημένος είναι ο κάθε κρίκος στην αλυσίδα παραγωγής του.

γ) αν και το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικό, αφού προτείνει συγκεκριμένες δράσεις σε αντικατάσταση άλλων επιβλαβών για το περιβάλλον της γης δράσεων, τόσο σε επίπεδο βιομηχανίας όσο και σε επίπεδο κάθε ατόμου ξεχωριστά, ωστόσο δεν αναπτύσσεται η πολιτική διάσταση του φαινομένου της παραγωγής, της αγοράς και της χρήσης των «πράσινων» ή «μη πράσινων» προϊόντων, ούτε η ηθική διάστασή του, από την άποψη των «ευθυνών» για το συγκεκριμένο τρόπο βιομηχανικής παραγωγής – φαίνεται μάλλον να χαϊδεύει αυτιά, παρά να κινητοποιεί μυαλά (μια που μιλά και για νοημοσύνη…). Αντιθέτως, παραμένει ως το τέλος υπέρμαχο της παραγωγικής αυτής διαδικασίας που έχει δημιουργήσει το πρόβλημα, απλώς προτείνοντας κάποιους τρόπους που θα μπορούσαν να κάνουν αυτή την παραγωγή κατ’ ελάχιστον λιγότερο επιβλαβή για το περιβάλλον – με «καλύτερο» και περισσότερο κέρδος, τελικά, για τις βιομηχανίες που θα «πρασινίσουν».

δ) το ίδιο το θέμα της κατανάλωσης, ως βασικό σύμπτωμα μιας παθολογίας της αγοραίας κοινωνίας, όπου δεν υπάρχουν πια πολίτες αλλά απλώς καταναλωτές, το οποίο είναι βασικό στις θεωρητικές θέσεις μιας οικολογικής προσέγγισης, δεν θίγεται, τουλάχιστον όχι όπως θα απαιτούσε μια οικολογική άποψη: ούτε το γιατί και πώς οι βιομηχανίες, με σκοπό το κέρδος, υπερ-κατεργάζονται και παραποιούν τις πρώτες ύλες της φύσης για να «προσφέρουν» «βελτιωμένα», υποτίθεται, προϊόντα, ούτε γιατί και πώς έχει επικρατήσει η υπερ-κατανάλωση προϊόντων, αντί της χρήσης αγαθών με σκοπό την ανθρώπινη επιβίωση, ούτε ποια θα έπρεπε να είναι η στάση ενός ευαισθητοποιημένου πολίτη στο νοσηρό πλαίσιο μιας τέτοιας κοινωνικής οργάνωσης.

Παράλληλα με τη συζήτηση για το θέμα του βιβλίου αρχίσαμε και μια μικρή κουβέντα περί επιστημολογίας και για το πώς οι επιστήμες (είτε αγαθές και «ενάρετες» είτε καθοδηγούμενες από ποικίλα συμφέροντα) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τεκμήριο επιχειρηματολογίας – για οποιεσδήποτε απόψεις. Σίγουρα θα επανέλθουμε σ’ αυτή την κουβέντα και σε επόμενες συναντήσεις.

Το θετικό που βρήκαμε στο βιβλίο είναι ότι θέτει το θέμα «πώς ξέρω πώς έχει κατασκευαστεί αυτό το πράγμα που αγοράζω» και προτείνει αρκετά sites αξιολόγησης (κυρίως βέβαια προϊόντων που κατασκευάζονται στη χώρα προέλευσης του συγγραφέα), και με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εισαγωγή στο ίδιο το ζήτημα, ή καλύτερα, το πρόβλημα της κατανάλωσης. Όσο για τη λύση του? Αγγίξαμε, με τις ερωτήσεις μας, το ζήτημα των (πολιτικών και ηθικών, κατά βάση) κριτηρίων, και οπωσδήποτε των θεωρητικών και των πρακτικών εργαλείων, που θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Αγγίξαμε, επίσης, και τις δύο βασικές κατευθύνσεις των πιθανών λύσεων: είτε τα γκρεμίζουμε όλα και τα ξαναφτιάχνουμε από την αρχή είτε ή κάνουμε μικρά βήματα βελτίωσης σε ατομικό – τοπικό επίπεδο. Ανάμεσα στους δύο αυτούς δρόμους υπάρχουν πολλές επιλογές – το ξεκαθάρισμά τους, τη συνειδητοποίησή τους, και ίσως και την υιοθέτηση κάποιων από αυτές, ελπίζουμε να προσεγγίσουμε μέσα από τη λέσχη μας.

(η σύνοψη της συζήτησης από την Κατερίνα Χρυσανθοπούλου)

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Συνάντηση Μαρτίου 2011

Επόμενη συνάντηση της λέσχης είναι την Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011 στις 20.30 στο πατάρι της Ολυμπιάδας. Θα διαβάσουμε την "Οικολογική Νοημοσύνη" του Daniel Goleman.

Λέσχη ανάγνωσης οικολογικού βιβλίου στην Αθήνα

Παρακολουθούμε και τις συζητήσεις της λέσχης ανάγνωσης οικολογικού βιβλίου της Αθήνας στη διεύθυνση

http://www.facebook.com/group.php?gid=103089293068479

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

"Τρώγοντας ζώα" - σύνοψη της συζήτησης της λέσχης 3/2/11

Δεν διαβάσαμε το «Τρώγοντας ζώα» σαν βιβλίο λογοτεχνίας, αν και ο συγγραφέας του εκμεταλλεύεται τη «μοντερνιστική» του πρόζα και διάφορα γραφιστικά «τρυκ» ανάμεσα στα κεφάλαια [ας πούμε, όταν τυπώνει ένα παραλληλόγραμμο πάνω στη σελίδα που αντιστοιχεί στον πραγματικό χώρο που διαθέτει ένα βιομηχανικά εκτρεφόμενο κοτόπουλο] για να γίνει το κείμενό του πιο ευπρόσιτο. Δεν διαβάσαμε το βιβλίο σαν μια αντιπαραβολή «αφιλτράριστων» [τουλάχιστον επιφανειακά] δηλώσεων ανθρώπων που δουλεύουν στην βιομηχανία παραγωγής κρέατος για ανθρώπινη κατανάλωση, προσφέροντας την προσωπική τους οπτική και δίνοντας την αίσθηση του «ντοκουμέντου».

Διαβάσαμε το «Τρώγοντας ζώα» σαν μια μελετημένη αναφορά στην κρεοφαγία και στους τρόπους μαζικής βιομηχανικής παραγωγής των ζώων που φτάνουν στο πιάτο μας. Αναρωτηθήκαμε αν η κατάσταση που περιγράφεται στο βιβλίο ισχύει και στην Ελλάδα. Σκεφτήκαμε ότι επειδή, πρώτον, στην Ελλάδα έχουμε πολλά αμνοερίφια και λίγες αγελάδες, και, δεύτερον δεν έχουμε υποδομές για τέτοιας κλίμακας μαζική παραγωγή, ίσως τα ζώα που εκτρέφονται εδώ δεν ζουν μια τόσο βασανιστική ζωή όσο στις ΗΠΑ ούτε έχουν έναν τόσο βασανιστικό θάνατο. Βέβαια, αν η κατανάλωση κρέατος στην Ελλάδα ίσως είναι πιο «ασφαλής» απ’ ότι σε άλλες πιο ανεπτυγμένες [σε βιομηχανία] χώρες, τα προϊόντα γεωργικής παραγωγής ίσως δεν είναι, δεδομένου ότι είναι πολύ εκτεταμένη τόσο η χρήση φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων κτλ, όσο και η μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα σε πολλές περιοχές της χώρας… Εξ άλλου η χρήση μεταλλαγμένων σπόρων συνιστά άλλον έναν παράγοντα «ανησυχίας» - αν όχι άμεσα, για το στομάχι μας, αλλά μακροπρόθεσμα, για τη συμπεριφορά των οικοσυστημάτων. Σε αυτό το σημείο θίξαμε και το σοβαρό ζήτημα (ηθικής τάξης) της «οικειότητας»: όσο πιο οικείο είναι ένα είδος προς τον άνθρωπο [και τα θηλαστικά ζώα, ας πούμε, μας είναι πιο οικεία από τα ψάρια, ή πολύ περισσότερο από τα φυτά] τόσο περισσότερο τείνουμε να νοιαζόμαστε για την ευημερία του [μας νοιάζουν τα θηλαστικά (κυρίως τα οικόσιτα ζώα συντροφιάς…) παρά τα ψάρια ή των φυτά, κ.ο.κ.]

Το ζήτημα της ηθικής στάσης του καταναλωτή που γνωρίζει πώς παράγεται και από πού προέρχεται το φαγητό του ήταν βασικό θέμα στη συζήτησή μας – αυτό άλλωστε επιδιώκει και ο συγγραφέας. Συζητήσαμε το πόσο ελέγχουμε τι τρώμε, το θέμα της πιστοποίησης των τροφίμων που αγοράζουμε, τα με «βιολογικό» τρόπο παραγόμενα ζώα [που, σύμφωνα με το βιβλίο, δεν απέχουν πολύ από τα μη βιολογικά… όχι μόνο όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσής τους, αλλά και όσον αφορά τον οργανισμό τους, αφού και τα «βιολογικά» ζώα έχουν υποστεί γενετική μετατροπή, ώστε να δίνουν μεγάλους μύες και μικρά και εύθραυστα κόκκαλα…].

Συμφωνήσαμε ότι η στάση μας, ως καταναλωτές, δεν [μπορεί να] είναι ίδια πριν και αφού γνωρίσουμε τις μεθόδους βιομηχανοποιημένης εκτροφής, ωστόσο, από την άλλη, η ευθύνη των θεσμών και των αγορών, που όχι μόνο επιτρέπουν αλλά και προάγουν αυτούς τους τύπους εκμετάλλευσης των ζώων, δεν μπορεί να μεταφέρεται στον τελικό καταναλωτή (βέβαια, εμείς έχουμε οπωσδήποτε την ευθύνη της υπερκατανάλωσης και της πολυφαγίας, που είναι ένα θέμα πολύ ευρύτερο της κρεοφαγίας…) Ωστόσο, ειδικά επειδή στην περίπτωση του φαγητού η καθημερινή ευθύνη του καθενός μας είναι άμεση, και επειδή τίθεται και ένα θέμα κόστους [με τα «οργανικά» και «βιολογικά» και «ελεύθερης βοσκής» και τα λοιπά, τα οποία είναι απρόσιτα στα χαμηλά εισοδήματα] μπαίνει πάντα το θέμα, τι είναι καλύτερο, φτηνό «κακό» κρέας πέντε φορές την εβδομάδα ή ακριβότερο «καλό» κρέας μία ή δύο φορές? Και άραγε, τελικά, υπάρχει «καλό» κρέας ή οποιαδήποτε επιλογή κρεοφαγίας μας κάνει συνένοχους στην «απάνθρωπη» βιομηχανοποιημένη παραγωγή ζώων? Το ερώτημα παρέμεινε να εκκρεμεί, δεδομένου ότι κανείς μας δεν δήλωσε χορτοφάγος…

Εξ άλλου η «συνενοχή» αυτή δεν αφορά μόνο την ίδια την μαζικής κλίμακας παραγωγή δια βίου βασανιζόμενων ζώων, στην έκταση που ισχύει αυτό κατά τόπους, αλλά και το οικολογικό αποτύπωμα αυτής της πρακτικής, το οποίο, σύμφωνα με το βιβλίο, τουλάχιστον όσον αφορά, για παράδειγμα, την υπερθέρμανση του πλανήτη, είναι μεγαλύτερο στην βιομηχανοποιημένη εκτροφή ζώων παρά σε οποιαδήποτε άλλη συστηματική ανθρώπινη πρακτική. Αφορά ακόμα και την αλλαγή του συνολικού ισοζυγίου της τροφής που παράγεται πάνω στον πλανήτη, αφού όλο και μεγαλύτερες ποσότητες φυτικών τροφών [είτε στην φυσιολογική είτε στη μεταλλαγμένη εκδοχή τους] «αποχαρακτηρίζονται» από τροφές για ανθρώπους και προορίζονται για ζωοτροφές, επιδεινώνοντας το πρόβλημα της ανθρώπινης πείνας και δεσμεύοντας τεράστιες εκτάσεις γης. Και αφορά ακόμα και τις τεράστιες λίμνες περιττωμάτων απ’ όλα αυτά τα έγκλειστα ζώα, που δεν μπορούν να απορροφηθούν από το χώμα, που χύνονται στα νερά, που ακόμα κι αν μπορούσαν ν’ απορροφηθούν θα έβλαπταν μάλλον παρά θα ωφελούσαν (όπως το παλιό καλό λίπασμα της κοπριάς), λόγω της σύστασής τους…

Τέλος, η κουλτούρα του φαγητού, το φαγητό ως ιστορία και ως πολιτισμός ήταν μια διάσταση που συνεχώς επανερχόταν στη συζήτησή μας. Αναρωτηθήκαμε πώς άλλαξαν τόσο γρήγορα και ισοπεδωτικά οι διατροφικές συνήθειες στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, πώς φτάσαμε να τρώμε για να τρώμε αντί να τρώμε για να ζήσουμε, πώς το φαγητό σταμάτησε να είναι απλώς τροφή κι έγινε λάιφ στάιλ…

(η σύνοψη από την Κατερίνα Χρυσανθοπούλου)

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Επόμενη συνάντηση λέσχης ανάγνωσης

Η επόμενη συνάντηση της λέσχης θα γίνει την Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011 στις 20.30 [για την πρώτη μας συζήτηση] στο πατάρι του ζαχαροπλαστείου Ολυμπιάδα [πλ. Ελευθερίας, Εθνικής Αμύνης, Παπάγου]

Ως πρώτη ανάγνωση επιλέξαμε το βιβλίο
"Τρώγοντας ζώα" του Τζόναθαν Σ. Φόερ, από τις εκδόσεις Μελάνι.

ΔΕΝ είναι αμιγώς βιβλίο οικολογίας, όμως έχει σκοπό α) να μας προκαλέσει ώστε ν’ αρχίσουμε να συζητάμε με «πάθος» και β) να μας κάνει ν’ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ότι τα πράγματα που θεωρούμε δεδομένα στην καθημερινή μας ζωή ίσως να έχουν να μας πουν μια ιστορία που μπορεί να μην είναι και τόσο «ευχάριστη»…

Όσοι δεν μπορούν να παρίστανται στις συναντήσεις, θα μπορούν να παρακολουθούν τις αναγνώσεις από το μπλογκ.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Οικο-αναγνώσεις και ηθική

Σκοπός της λέσχης ανάγνωσης οικολογικού βιβλίου είναι να ευαισθητοποιήσει σε θέματα "περιβαλλοντικής" και "οικοκεντρικής" ηθικής. Κριτήρια για την επιλογή και την ανάγνωση των βιβλίων που διαβάζουμε είναι, κατ' αρχήν, τα καίρια ερωτήματα των δύο αυτών ηθικών θεωρήσεων, οι οποίες επικρίνουν τις πρακτικές που ευθύνονται για τα περιβαλλοντικά προβλήματα .

Κεντρικό ερώτημα της περιβαλλοντικής ηθικής είναι το αν "νοιαζόμαστε για τη φύση" επειδή αυτό συμφέρει εμάς τους ανθρώπους ή μήπως επειδή κάθε ζωντανός έχει τη δική του "εγγενή" αξία. Ανάλογα με την απάντηση που δίνουμε κάθε φορά, υιοθετούμε μια «ανθρωποκεντρική» ή «βιοκεντρική» άποψη.

Από την άλλη, οι οικοκεντρικές θεωρίες θέτουν το ερώτημα αν κεντρική αξία ["πρέπει" να] έχουν οι ατομικές [π.χ. άτομα, ζώα, κτλ] ή οι συλλογικές οντότητες [πχ τα φυσικά οικοσυστήματα].

Η απόπειρα να εντοπίσουμε και να επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια που κρύβονται πίσω από τα περιβαλλοντικά προβλήματα, πέρα από την "απλή" χάραξη μιας "νέας" ηθικής, οδηγεί στα μονοπάτια της κοινωνικής και της πολιτικής οικολογίας.