Δευτέρα 18 Απριλίου 2011
Συνάντηση Μαίου 2011
«Η Ιδέα της Φύσης» - Σύνοψη της συζήτησης στη Λέσχη της 7/4/11
Πολλές οι συζητήσεις που «εμπνευστήκαμε» από την ανάγνωση του βιβλίου του Ιωσήφ Μποτετζάγια. Πολλές και οι εκκρεμότητες στις σκέψεις μας, τις προσωπικές και τις συλλογικές, πολλές οι ερωτήσεις και πολλές οι απορίες που ακόμα δεν έχουν βρει απάντηση, στην αναζήτηση ενός σύγχρονου ορισμού της ΦΥΣΗΣ και ενός σύγχρονου πλαισίου εννοιών μέσα στο οποίο μπορούμε να (ξαν)αρχίσουμε μια συζήτηση για τη σχέση μας με τη φύση – με όλες τις σημασίες της.
Οι κύριοι λόγοι των εκκρεμοτήτων αυτών είναι αφ’ ενός η έλλειψη ενός ξεκάθαρου και καλά εκφρασμένου σύγχρονου θεωρητικού (π.χ. φιλοσοφικού) πλαισίου που θα αποτυπώνει τη σχέση που έχει ο παγκοσμιοποιημένος άνθρωπος με την παγκοσμιοποιημένη φύση, δηλαδή, θα αποτυπώνει το δικό μας τώρα. Αφ ετέρου, η αμηχανία μας μπροστά στη συνειδητοποίηση πως έχουμε, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μας, συλλογική επίγνωση των συνολικών καταστροφικών επεμβάσεων της ανθρώπινης συμπεριφοράς (σε επίπεδο ατόμου, κοινότητας, χώρας κτλ) πάνω στα οικο-συστήματα και γενικότερα στα συστήματα της φύσης, του πλανήτη, του κόσμου μας, καθώς και συλλογική συνείδηση της επείγουσας ανάγκης να ενεργήσουμε ώστε να περιορίσουμε / να παρεμποδίσουμε / να αναστρέψουμε τις συνέπειες αυτών των επεμβάσεων.
Ναι μεν θέλουμε να πάρουμε θέση στα ερωτήματα που προκύπτουν, ωστόσο περιοριζόμαστε από ερωτήματα όπως: πώς χρησιμοποιούμε σύγχρονο λεξιλόγιο και χάρτες εννοιών για να περιγράψουμε παλιότερες ανθρώπινες συμπεριφορές, άρα να έχουμε πλήρη εποπτεία της ιστορικής συνέχειας της στάσης του ανθρώπου (για παράδειγμα, πώς πραγματικά ξέρουμε «τι πίστευαν» οι πρωτόγονες κοινότητες?) Πώς μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τη φύση, εννοώντας την «άγρια» φύση, σε αντιδιαστολή με την καλλιεργημένη φύση, όταν σήμερα όχι μόνον «άγρια φύση» δεν μπορούμε να συναντήσουμε στο περιβάλλον μας (κυρίως στο αστικό περιβάλλον) αλλά ακόμα και η καλλιεργημένη φύση υφίσταται τέτοια εντατική εκμετάλλευση που απέχει σημαντικά (και ουσιαστικά) από την «Αρκαδία» των φιλοσοφικών θέσεων που τεκμηριώνουν μια τέτοια (ιδανική/ειδυλλιακή/βουκολική) σχέση ανθρώπου-φύσης?
Έχουμε το βίωμα της υποβάθμισης, έχουμε την ενημέρωση για τις καταστροφές, έχουμε την πληροφόρηση για τους ανθρώπους που μπορούν να γίνουν συνοδοιπόροι μας, προσεγγίζουμε κάποιες γνώσεις για πιθανές λύσεις στα προβλήματα που έχουμε δημιουργήσει, μελετούμε τα διδάγματα και θέτουμε τα γνωσιολογικά ερωτήματα. Έχουμε άραγε και το λόγο? Μπορούμε να «δουλέψουμε» με τα εργαλεία της λογικής, παράλληλα με τα εργαλεία της εμπειρίας και του συναισθήματος, για να δημιουργήσουμε αυτό το νέο σύστημα εννοιών, που θα αντιστοιχεί πραγματικά και θα αντιπροσωπεύει τη σχέση ανθρώπου φύσης και τον τρόπο ορισμού, ελέγχου και υπέρβασής της? Μια νέα πρόταση που θα μας οδηγήσει σε μια πραγματικά νέα Ιδέα της Φύσης? Και πώς η διατύπωση της θέσης αυτής δεν θα παραμείνει στα πλαίσια μιας άποψης θεωρητικής, πώς (και πόσοι) άνθρωποι θα τη συμμεριστούν?
Πώς θα εκφράσουμε μια άποψη για τη φύση όταν δεν έχουμε την εμπειρία του βάθους του ωκεανού?
(Για την σύνοψη της συζήτησης και την κατά προσέγγιση καταγραφή μερικών από τα κύρια ερωτήματα που προέκυψαν κατά τη διάρκειά της, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου)
Και δυο λόγια για το ίδιο το βιβλίο, από το οπισθόφυλλό του και την εισήγηση που έγινε στη λέσχη μας:
Σε αυτά τα τρία βασικά ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει το βιβλίο. Ξεκινώντας από τους αρχαίους πολιτισμούς, τις μονοθεϊστικές θρησκείες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και φτάνοντας στα κελεύσματα του σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος για επιστροφή στη φύση, ο συγγραφέας τοποθετεί τις αντιλήψεις των ανθρώπων για το περιβάλλον τους στην ιστορική τους διάσταση."
Οι αντιλήψεις για τη φύση που κατά καιρούς επικράτησαν εδράζονται στην άποψη πως η πρόσληψη του φυσικού περιβάλλοντος από τον άνθρωπο είναι «κοινωνικά διαμεσολαβημένη». Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια αποκλειστικά «κοινωνική κατασκευή» της φύσης (όπως υποστηρίζει η ακραία κονστρουκτιβιστική θέση). Η φύση όμως αποτελεί αναμφίβολα και αντικειμενική πραγματικότητα· το υποκειμενικό στοιχείο είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή από τον άνθρωπο. Είναι λοιπόν το περιβάλλον μια πολιτισμική κατασκευή, μια ιδέα, στο μέτρο που η εικόνα του αποτελεί τον αντικατοπτρισμό του ανθρώπου ο οποίος, ανάλογα με τις εποχές και τις κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες, του αποδίδει κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, ο συγγραφέας παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο τις μεσαιωνικές κοσμολογίες περί «ζωντανής» φύσης, το μηχανιστικό μοντέλο των Νέων Χρόνων, τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό και τον αμερικανικό υπερβατισμό, αλλά και τη δαρβινική θεώρηση της φύσης ως πεδίου μάχης – αντιλήψεις που δεν συνιστούν απλά προϊόν μιας απεικόνισης της φυσικής «πραγματικότητας» αλλά, κυρίως, κοινωνική κατασκευή.
Μια εμπεριστατωμένη μελέτη που στην ουσία ερμηνεύει το γιατί σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σχεδόν μη αναστρέψιμη καταστροφή του πλανήτη, αποτέλεσμα μιας καταχρηστικής επιβολής στη φύση ανά τους αιώνες, βασισμένης σε μια ανθρωποκεντρικής αντίληψης.
Το βιβλίο είναι εμπλουτισμένο με πλήθος παραθεμάτων από την παγκόσμια γραμματεία, ενδιαφέρον εικονογραφικό υλικό και ενημερωμένη βιβλιογραφία και απευθύνεται στους φοιτητές που ασχολούνται με τους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής, της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας κ.λπ., σε ερευνητές και επαγγελματίες αντίστοιχων πεδίων, σε μέλη περιβαλλοντικών οργανώσεων, αλλά και στον απλό αναγνώστη με οικολογική συνείδηση.
Και για περισσότερα, παραπέμπουμε και σε μια περίληψη του περιεχομένου του βιβλίου την οποία αντιγράφουμε από την ιστοσελίδα
Στο βιβλίο «Ιδέα της Φύσης» ο συγγραφέας κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν, απο τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα, εξετάζοντας διαχρονικά την προσπάθεια του ανθρώπου να ερμηνεύσει, να κατανοήσει και να καθορίσει τις σχέσεις του με το περιβάλλον. Οι σχέσεις του αυτές, επηρεασμένες από φυσικούς, θρησκευτικούς, οικονομικούς και λοιπούς παράγοντες εξελίχθηκαν ανά τους αιώνες ως ακολούθως:
-Προϊστορικοί χρόνοι
Το προϊστορικό φίλτρο της σχέσης ανθρώπου-γης ήταν αυτό της «Μεγάλης Μητέρας», από την οποία ο άνθρωπος αντλούσε τα πάντα έτοιμα. Γιαυτό και ο σεβασμός του γιαυτήν, ήταν τότε μεγαλύτερος. Ανάλογη σχέση τηρούν σήμερα οι συλλέκτες-κυνηγοί, φυλές των οποίων ζουν ακόμα απομονωμένες σε ορισμένα δάση .
-Έπος Γιλγαμές (2700 πχ)
Από το έπος αυτό (ένα από τα αρχαιότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας), χαρακτηριστική είναι η διήγηση κατά την οποία ο Γιλγαμές, κατέστρεψε το δάσος των κέδρων και έφτιαξε το μνημείο-πύλη της Ουρούκ, με πρόσχημα να τιμήσει τους θεούς, στην ουσία όμως για να δοξασθεί ο ίδιος και να μείνει αιώνια η μνήμη του. Για να δικαιολογήσει μάλιστα την πράξη του δημιούργησε μια νέα τάξη πραγμάτων (θεοί κάτω κόσμου, το δάσος, το τέρας φύλακας). Μια επιθυμία «τάξης και σκοπού» που δεν υπήρχε όταν ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του ως κομμάτι της φύσης, εμφανίστηκε όμως με τη έλευση της γεωργίας τη Νεολιθική εποχή, οπότε άρχισε ουσιαστικά και η πάλη του ανθρώπου με τη φύση.
-Αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι
Θεωρούσαν τη φύση ιερή. Τα στοιχεία της φύσης εξηγούσαν τη θέληση των θεών (οιωνοί), που κατοικούσαν στη φύση (βουνά, θάλασσα, κάμπους, ποτάμια, κλπ). Οι παραδόσεις (Ορφισμός, Πυθαγορισμός κλπ), τόνιζαν την ενότητα της φύσης-ανθρώπου. Ωστόσο ούτε οι αρχαίοι Έλληνες, ούτε οι Ρωμαίοι είχαν ειδυλλιακές σχέσεις με το περιβάλλον, καθότι έκαναν εκτεταμένες υλοτομήσεις, μαζικές θυσίες ζώων, εξόρυξη αργύρου με καταστροφή εκατομμυρίων δένδρων στην Ιβηρική (Ρωμαίοι) κλπ. Θα μπορούσαμε όμως να θεωρήσουμε τις σχέσεις των λαών αυτών με τη φύση, ως ένα συνδυασμό σεβασμού και χρηστικής εκμετάλλευσης αυτής.
-Μονοθεϊστικές Θρησκείες
Έφεραν μια διαφορετική θεώρηση για το περιβάλλον.
--Κατά το Ισλάμ, ο άνθρωπος ορίσθηκε αντιβασιλέας του θεού επί της γής, ρόλος και δοκιμασία από τα οποία θα εξαρτηθεί η αμοιβή του την ημέρα της κρίσης. Η κυριαρχία στη γή ανήκει στο θεό και παραχωρήθηκε για χρήση στον άνθρωπο. Η χρήση αυτή εκδηλώθηκε από τον άνθρωπο, άλλοτε με προστασία (Μέκκα, Μεδίνα) και άλλοτε με βάναυση μεταχείριση, αλλά με σοβαρές πάντοτε επιπτώσεις, όπως περιγράφεται και στη «δικαστική αγωγή των ζώων εναντίον των ανθρώπων, ενώπιον του βασιλιά Τζίνη».
--Ο Ιουδαϊσμός υιοθετεί την αρχή «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής», θέτοντας έτσι σε θεολογικό υπόβαθρο την εκμετάλλευση της φύσης. Αλλά ...και... «εργάζεσθαι αυτόν (τον παράδεισο) και φυλάττειν». Γενικά και παρά τις επιμέρους επιφυλάξεις ο Ιουδαϊσμός καθιστά τον άνθρωπο κυρίαρχο των όντων.
--Για το Χριστιανισμό, το καλό και το κακό είναι μέσα στη φύση (σύμφωνα και με τον Πλατωνικό διάλογο Τιμαίος). Ο Χριστιανισμός δέχεται την συνύπαρξη της φυσικής θεολογίας (απόδειξη της ύπαρξης του θεού μέσα από το μεγαλείο της δημιουργίας) και της ιδέας για τη ματαιότητα και τη διαφθορά των υλικών αγαθών του κόσμου (Αυγουστίνος, Αθανάσιος, Χρυσόστομος, Ακινάτης κλπ). Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, αλλά ανώτερος αυτής. Ωστόσο η ιδέα ότι κάτι κακό κρύβονταν στη φύση-κτίση, ως αποτέλεσμα της πτώσης (από το παράδεισο), ήταν ευρύτερα αποδεκτό από την εκκλησία, γεγονός που υπήρξε η αιτία να καούν πολλά δάση με διάφορα προσχήματα. Τα δάση γενικά προκαλούν τρόμο, ιδιαίτερα μάλιστα στη διάρκεια του πρώϊμου Μεσαίωνα.
Αν και μέρος της φύσης, ο άνθρωπος είναι ανώτερος και η επέμβασή του βελτιώνει τη φύση (καλλιέργεια, έργα, επεμβάσεις, τροποποιήσεις). Το «ου φονεύσεις» άλλωστε ισχύει μόνο για τους ανθρώπους».
Εξάλλου σύμφωνα με την Αρχή πληρότητας –Αλυσίδα ύπαρξης, όλα τα όντα έχουν φτιαχθεί με μια ιεράρχιση (Θεός, άγγελοι, άνθρωποι, κλπ). Η ιεράρχιση επεκτείνεται και στην κοσμολογία (η γή κέντρο του ουρανίου θόλου).
Το βιβλίο της φύσης, δεν έδειχνε μόνο το μεγαλείο του θεού, αλλά περιείχε και συγκεκριμένες θεϊκές πρακτικές οδηγίες για το ανθρώπινο γένος. (πχ Κοινωνία-λειτουργία της μέλισσας).
-Μέσοι Χρόνοι
Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι, άλλαξαν ριζικά το περιβάλλον σε ορισμένες περιπτώσεις. Η πτώση όμως των αυτοκρατοριών τους, ερήμωσε πολλές πόλεις που τις κατέκτησε και πάλι η οργιώδης βλάστηση. Μετά το τέλος των μετακινήσεων των πληθυσμών όμως και τη μόνιμη εγκατάστασή τους σε συγκεκριμένες περιοχές, η πίεση στη φύση ολοένα και αυξάνεται «ως επιβεβαίωση της ανθρώπινης κυριαρχίας». Εξαίρεση σε αυτή την αντίληψη αποτελεί ο Άγιος Φραγκίσκος (1181-1226), που για τις πεποιθήσεις του περί της «ισότητας όλων των πλασμάτων συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων», προτάθηκε ως προστάτης-άγιος των οικολόγων.
-Νέοι Χρόνοι
Η παλιά γνώση (φιλοσοφία, μαθηματικά, ιατρική), επανέρχεται στο προσκήνιο τον 11ο αιώνα. Ήρθε η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Οι διανοητές ενδιαφέρονται πλέον για την παρούσα και όχι για τη μέλλουσα ζωή. Η γνώση έχει αξία όταν έχει και πρακτική εφαρμογή. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τη σύγχρονη επιστήμη. Η μελέτη της φύσης γίνεται για να μάθουμε για την ίδια τη φύση και όχι για το θεό. Αρχικά η φύση είναι ζωντανή. Μετα η φύση είναι μηχανή-μαθηματικά, που οι αισθήσεις μας δεν φθάνουν να την κατανοήσουν (Κοπέρνικος-Κεπλερ-Γαλιλαίος). Οι νέες αυτές θεωρίες αντιμετώπισαν σκληρή αντίδραση από την εκκλλησία, αλλά η πίστη των ερευνητών στα αποτελέσματα των παρατηρήσεών τους ήταν ακλόνητη. Η κατανόηση της φύσης και του σύμπαντος διεύρυναν τα όρια της ανθρώπινης ηγεμονίας σ’ αυτήν, καθότι η κατανόηση αυτή, εδραίωνε την πεποίθηση ότι η φύση μπορεί να τροποποιηθεί με τις δυνατότητες που έδινε η επιστημονική επανάσταση και που αποτελούσαν απόδειξη της φυσικής ανωτερότητας του ανθρώπου (είδος θεού). Στην Αναγέννηση λοιπόν θα βρούμε τις απαρχές της σημερινής κυρίαρχης ιδέας ότι η φύση υπάρχει για ανθρώπινη χρήση και βελτίωση της ανθρώπινης ύπαρξης (αστικοποίηση, χρήμα, εμπόριο, κοσμική ζωή κλπ). Γιαυτό και η φύση από «οδηγός» γεμάτος «θεϊκούς γρίφους», έγινε αποθήκη πρώτων υλών για τις ανθρώπινες ανάγκες.
-Ρομαντισμός
Μπροστά στη νέα αυτή οικολογική και οικονομική πραγματικότητα, κάνει την εμφάνισή του ο Ρομαντισμός, η αντίδραση δηλαδή στις βασικές παραδοχές του νέου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά και κυρίως στις αρνητικές παρενέργειες πάνω στη φύση, του κυρίαρχου υλιστικού, οικονομικού, ωφελιμιστικού, ορθολογικού πνεύματος. Για τους Ρομαντικούς η φύση ως «ύλη σε κίνηση», δηλαδή η επιστημονική φύση, ήταν κενή από γεύση, ήχο, αίσθηση και γινόταν κατανοητή μόνο ως μάζα, ταχύτητα, θέση, κίνηση, ενώ στην πραγματικότητα η φύση ως ανθρώπινη εμπειρία, ήταν ζωντανή, υποκειμενική, ευμετάβλητη. Ένα πανηγύρι χρωμάτων και ήχων, μια πηγή αισθητικής απόλαυσης και φιλοσοφικής έμπνευσης που πρέπει να αποτελεί τον οδηγό των ανθρώπων. Οι Ρομαντικοί επομένως , δεν αποδέχονται το δυϊσμό του Καρτέσιου (φύση ως μηχανή) και επιχειρούν να επανεισάγουν τον «πολιτισμικό πρωτογονισμό», την ιδέα δηλαδή, ότι η φυσική ζωή, η ζωή στη φύση, είναι ανώτερη από την πολιτισμένη ζωή, όπως άλλωστε είχε υποστηρίξει και ο Ησίοδος τον 7ο πχ αιώνα, κάνοντας διάκριση μεταξύ της δύστυχης «Σιδερένιας» δικής του γενιάς και της πρώτης «Χρυσής» γενιάς των ανθρώπων.
-Η Φύση στην Αμερική
Το μεγαλείο, η ποικιλία και το σφρίγος της φύσης της νέας γής (Αμερικής), θεωρήθηκε κατ΄αρχήν και ως μια επιπλέον απόδειξη του μεγαλείου και της σοφίας του θεού. Αυτή η άγρια φύση όμως, έπρεπε να μετατραπεί σε νέο παράδεισο κατά το «εργάζεσθαι αυτόν και φυλάττειν» της Γένεσης. Έτσι άρχισε η συστηματική υλοτόμηση των δασών με πολλαπλά ωφέλη από τα προϊόντα της υλοτομίας, τη γεωργική γη που δημιουργούσαν, την αγροτική παραγωγή κλπ, αλλά και με πολύ σοβαρές παρενέργειες, όπως η εξόντωση των Ινδιάνων, η απομείωση της χλωρίδας , αλλά και της πανίδας (από τη στέρηση του φυσικού της καταφυγίου και το ανελέητο κυνήγι). Η προκλητική αυτή κατασπατάληση των φυσικών πόρων, προκάλεσε τότε και τις πρώτες συστηματικές διαμαρτυρίες και προέβαλε την ανάγκη για προστασία του περιβάλλοντος, με πρωτοπόρους τους Cooper (Ο τελευταίος των Μοϊκανών), Έμερσον, Θορώ και Μουϊρ, που εξύμνησαν την ομορφιά, το μεγαλείο και το μυστήριο της φύσης, αλλά και της ζωής σε αυτήν.
-Κάρολος Δαρβίνος
Το 1859 ο Δαρβίνος εξέδωσε το έργο του «Περί Καταγωγής των Ειδών μέσω της Φυσικής Επιλογής», με το οποίο εξηγούσε την πρόοδο και εξέλιξη των ειδών, ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού όχι μόνο μεταξύ των ειδών, αλλά και των ατόμων του ίδιου είδους. Ένας ανταγωνισμός που έχει εφαρμογή και στις κοινωνίες των ανθρώπων. Όπου ανταγωνισμός και εξέλιξη σε ανώτερες και καλύτερες κοινωνίες ανθρώπων. Μια θεωρία που ήγειρε έκτοτε πολλούς προβληματισμούς, θεολογικούς, κοινωνικούς, ηθικής κλπ. Η «πρόοδος του πολιτισμού» είναι άραγε ένας ευφημισμός που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει το δίκαιο του ισχυροτέρου, την επιβολή δηλαδή της ανθρώπινης δύναμης πάνω στη φύση;
-Έθνος και Φύση στο Τρίτο Ράιχ
Για τους Ναζί, η φύση αποτελεί βασικό παράγοντα εθνικής ταυτότητας. Προστατεύοντας το φυσικό σου τοπίο διατηρείς το λαό σου ισχυρό και υγιή. Γιαυτό ταύτισαν το λαό με τη Γερμανική φύση, γεγονός που δικαιολογούσε την εθνοκάθαρση, ώστε να προστατευθεί η φύση, ο πολιτισμός, η γή τους, από οποιαδήποτε ξένη επιρροή και επίδραση που οδηγεί σε εκφυλισμό το Γερμανικό έθνος. Μια αντίληψη που με πρόσχημα το φυσικό περιβάλλον (ζωτικός χώρος), έσυρε την ανθρωπότητα σε παγκόσμιο πόλεμο, με πάνω από εβδομήντα εκατομμύρια νεκρούς.
-Επιστροφή στη Φύση
Το 1962 το βιβλίο «Σιωπηλή Άνοιξη» της Rachel Carson, όπου περιέγραφε πως η εκτεταμένη χρήση ισχυρών εντομοκτόνων και χημικών ουσιών, οδηγεί σε μια φύση όπου, οι φωνές της άνοιξης θα σιωπήσουν, τα ζώα δεν θα μπορούν να αναπαραχθούν, τα πουλιά δεν θα πετούν, τα ποτάμια δεν θα έχουν ζωή.., τάραξε τα νερά και γιγάντωσε την ανησυχία από τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Το αποτέλεσμα ήταν να γεννηθεί ένα δυνατό περιβαλλοντικό κίνημα, που ναι μεν δεν κατάφερε την επιστροφή στο παρελθόν, όπου ο άνθρωπος «πατούσε ανάλαφρα πάνω στη γη», επέβαλλε όμως τη «βιώσιμη ανάπτυξη», τον «οικολογικό εκσυγχρονισμό», τα «πράσινα New Deals». Αυτό το κίνημα συνεχίζεται από τις οικολογικές οργανώσεις μέχρι σήμερα, ενώ έχει πολύ μακρύ ακόμα δρόμο στον αγώνα του για τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ της αναπόφευκτης πλέον ανάπτυξης και της διατήρησης της φύσης, που δεν θα είναι μεν «βουκολική και ανέγγιχτη», δεν θα είναι όμως και «κατεστραμένη». Θα εξακολουθήσει να είναι «Φύση»...
Συμπερασματικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη διαδρομή του, από την εμφάνισή του μέχρι σήμερα ο άνθρωπος, κάνει μια συστηματική και διαχρονική προσπάθεια να κυριαρχήσει στο περιβάλλον και να το εκμεταλλευθεί, στα όρια των δυνατοτήτων που σε κάθε εποχή είχε. Σήμερα με την τεχνολογική ανάπτυξη και τα αυξημένα μέσα, η πίεση που ασκείται στο περιβάλλον παγκόσμια, είναι πολύ μεγαλύτερη από κάθε άλλη εποχή. Η σύγχρονη ιδέα της κυριαρχίας του ανθρώπου στη φύση, οι επιλογές και οι επεμβάσεις που γίνονται στο περιβάλλον, έχουν επιπτώσεις που είναι όχι μόνο άμεσα ορατές , αλλά και πολύ βαθειές και ανεπανόρθωτες. Γιαυτό και πρέπει να σταματήσουν..Πριν είναι πολύ αργά...
Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011
Συνάντηση Απριλίου
"Οικολογική νοημοσύνη": σύνοψη της συζήτησης
Το βιβλίο του Γκόλντμαν πυροδότησε αρκετές συζητήσεις στη λέσχη μας την Πέμπτη 3 Μαρτίου. Γενικώς επικράτησαν τα αρνητικά σχόλια:
α) δεν έχει δομή ενιαίου και διεξοδικού δοκιμίου, αλλά μάλλον μοιάζει με συρραφή πολλών μικρών δημοσιογραφικών πληροφοριακών άρθρων, πανομοιότυπων και στη διάταξη και στο θέμα, τα οποία έχουν εμπλουτιστεί με ακόμα περισσότερες πληροφορίες και μικρο-αφηγήσεις περιστατικών ώστε να κατασκευάσουν βιβλίο – χωρίς τελικά να καταλήγει σε μια συνολική πρόταση, ή έστω ερώτηση, σχετικά με όλες αυτές τις πληροφορίες που υποτίθεται περιγράφουν την «οικολογικότητα» κάθε αγαθού, και χωρίς να μας λέει, πώς μπορούμε να αξιολογούμε και να χρησιμοποιούμε, έστω ως καταναλωτές, αυτά τα στοιχεία στην καθημερινή μας πρακτική.
β) τα κεφάλαιά του φαίνεται να «λένε τα ίδια και τα ίδια»: δεν υπάρχει κάποια ιστορία ή κάποια θεωρία που να αναπτύσσεται και να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το βασικό του θέμα, που εμφανίζεται σε όλα τα κεφάλαια με την ίδια βαρύτητα, είναι η ριζική διαφάνεια κατά τον κύκλο ζωής ενός προϊόντος, δηλαδή το πώς ο τελικός καταναλωτής μπορεί να γνωρίζει την πορεία παραγωγής ενός αγαθού που αγοράζει και πόσο «πράσινος» ή οικολογικά ευαισθητοποιημένος είναι ο κάθε κρίκος στην αλυσίδα παραγωγής του.
γ) αν και το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικό, αφού προτείνει συγκεκριμένες δράσεις σε αντικατάσταση άλλων επιβλαβών για το περιβάλλον της γης δράσεων, τόσο σε επίπεδο βιομηχανίας όσο και σε επίπεδο κάθε ατόμου ξεχωριστά, ωστόσο δεν αναπτύσσεται η πολιτική διάσταση του φαινομένου της παραγωγής, της αγοράς και της χρήσης των «πράσινων» ή «μη πράσινων» προϊόντων, ούτε η ηθική διάστασή του, από την άποψη των «ευθυνών» για το συγκεκριμένο τρόπο βιομηχανικής παραγωγής – φαίνεται μάλλον να χαϊδεύει αυτιά, παρά να κινητοποιεί μυαλά (μια που μιλά και για νοημοσύνη…). Αντιθέτως, παραμένει ως το τέλος υπέρμαχο της παραγωγικής αυτής διαδικασίας που έχει δημιουργήσει το πρόβλημα, απλώς προτείνοντας κάποιους τρόπους που θα μπορούσαν να κάνουν αυτή την παραγωγή κατ’ ελάχιστον λιγότερο επιβλαβή για το περιβάλλον – με «καλύτερο» και περισσότερο κέρδος, τελικά, για τις βιομηχανίες που θα «πρασινίσουν».
δ) το ίδιο το θέμα της κατανάλωσης, ως βασικό σύμπτωμα μιας παθολογίας της αγοραίας κοινωνίας, όπου δεν υπάρχουν πια πολίτες αλλά απλώς καταναλωτές, το οποίο είναι βασικό στις θεωρητικές θέσεις μιας οικολογικής προσέγγισης, δεν θίγεται, τουλάχιστον όχι όπως θα απαιτούσε μια οικολογική άποψη: ούτε το γιατί και πώς οι βιομηχανίες, με σκοπό το κέρδος, υπερ-κατεργάζονται και παραποιούν τις πρώτες ύλες της φύσης για να «προσφέρουν» «βελτιωμένα», υποτίθεται, προϊόντα, ούτε γιατί και πώς έχει επικρατήσει η υπερ-κατανάλωση προϊόντων, αντί της χρήσης αγαθών με σκοπό την ανθρώπινη επιβίωση, ούτε ποια θα έπρεπε να είναι η στάση ενός ευαισθητοποιημένου πολίτη στο νοσηρό πλαίσιο μιας τέτοιας κοινωνικής οργάνωσης.
Παράλληλα με τη συζήτηση για το θέμα του βιβλίου αρχίσαμε και μια μικρή κουβέντα περί επιστημολογίας και για το πώς οι επιστήμες (είτε αγαθές και «ενάρετες» είτε καθοδηγούμενες από ποικίλα συμφέροντα) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τεκμήριο επιχειρηματολογίας – για οποιεσδήποτε απόψεις. Σίγουρα θα επανέλθουμε σ’ αυτή την κουβέντα και σε επόμενες συναντήσεις.
Το θετικό που βρήκαμε στο βιβλίο είναι ότι θέτει το θέμα «πώς ξέρω πώς έχει κατασκευαστεί αυτό το πράγμα που αγοράζω» και προτείνει αρκετά sites αξιολόγησης (κυρίως βέβαια προϊόντων που κατασκευάζονται στη χώρα προέλευσης του συγγραφέα), και με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εισαγωγή στο ίδιο το ζήτημα, ή καλύτερα, το πρόβλημα της κατανάλωσης. Όσο για τη λύση του? Αγγίξαμε, με τις ερωτήσεις μας, το ζήτημα των (πολιτικών και ηθικών, κατά βάση) κριτηρίων, και οπωσδήποτε των θεωρητικών και των πρακτικών εργαλείων, που θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Αγγίξαμε, επίσης, και τις δύο βασικές κατευθύνσεις των πιθανών λύσεων: είτε τα γκρεμίζουμε όλα και τα ξαναφτιάχνουμε από την αρχή είτε ή κάνουμε μικρά βήματα βελτίωσης σε ατομικό – τοπικό επίπεδο. Ανάμεσα στους δύο αυτούς δρόμους υπάρχουν πολλές επιλογές – το ξεκαθάρισμά τους, τη συνειδητοποίησή τους, και ίσως και την υιοθέτηση κάποιων από αυτές, ελπίζουμε να προσεγγίσουμε μέσα από τη λέσχη μας.
(η σύνοψη της συζήτησης από την Κατερίνα Χρυσανθοπούλου)
Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
Συνάντηση Μαρτίου 2011
Λέσχη ανάγνωσης οικολογικού βιβλίου στην Αθήνα
http://www.facebook.com/group.php?gid=103089293068479
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011
"Τρώγοντας ζώα" - σύνοψη της συζήτησης της λέσχης 3/2/11
Δεν διαβάσαμε το «Τρώγοντας ζώα» σαν βιβλίο λογοτεχνίας, αν και ο συγγραφέας του εκμεταλλεύεται τη «μοντερνιστική» του πρόζα και διάφορα γραφιστικά «τρυκ» ανάμεσα στα κεφάλαια [ας πούμε, όταν τυπώνει ένα παραλληλόγραμμο πάνω στη σελίδα που αντιστοιχεί στον πραγματικό χώρο που διαθέτει ένα βιομηχανικά εκτρεφόμενο κοτόπουλο] για να γίνει το κείμενό του πιο ευπρόσιτο. Δεν διαβάσαμε το βιβλίο σαν μια αντιπαραβολή «αφιλτράριστων» [τουλάχιστον επιφανειακά] δηλώσεων ανθρώπων που δουλεύουν στην βιομηχανία παραγωγής κρέατος για ανθρώπινη κατανάλωση, προσφέροντας την προσωπική τους οπτική και δίνοντας την αίσθηση του «ντοκουμέντου».
Διαβάσαμε το «Τρώγοντας ζώα» σαν μια μελετημένη αναφορά στην κρεοφαγία και στους τρόπους μαζικής βιομηχανικής παραγωγής των ζώων που φτάνουν στο πιάτο μας. Αναρωτηθήκαμε αν η κατάσταση που περιγράφεται στο βιβλίο ισχύει και στην Ελλάδα. Σκεφτήκαμε ότι επειδή, πρώτον, στην Ελλάδα έχουμε πολλά αμνοερίφια και λίγες αγελάδες, και, δεύτερον δεν έχουμε υποδομές για τέτοιας κλίμακας μαζική παραγωγή, ίσως τα ζώα που εκτρέφονται εδώ δεν ζουν μια τόσο βασανιστική ζωή όσο στις ΗΠΑ ούτε έχουν έναν τόσο βασανιστικό θάνατο. Βέβαια, αν η κατανάλωση κρέατος στην Ελλάδα ίσως είναι πιο «ασφαλής» απ’ ότι σε άλλες πιο ανεπτυγμένες [σε βιομηχανία] χώρες, τα προϊόντα γεωργικής παραγωγής ίσως δεν είναι, δεδομένου ότι είναι πολύ εκτεταμένη τόσο η χρήση φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων κτλ, όσο και η μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα σε πολλές περιοχές της χώρας… Εξ άλλου η χρήση μεταλλαγμένων σπόρων συνιστά άλλον έναν παράγοντα «ανησυχίας» - αν όχι άμεσα, για το στομάχι μας, αλλά μακροπρόθεσμα, για τη συμπεριφορά των οικοσυστημάτων. Σε αυτό το σημείο θίξαμε και το σοβαρό ζήτημα (ηθικής τάξης) της «οικειότητας»: όσο πιο οικείο είναι ένα είδος προς τον άνθρωπο [και τα θηλαστικά ζώα, ας πούμε, μας είναι πιο οικεία από τα ψάρια, ή πολύ περισσότερο από τα φυτά] τόσο περισσότερο τείνουμε να νοιαζόμαστε για την ευημερία του [μας νοιάζουν τα θηλαστικά (κυρίως τα οικόσιτα ζώα συντροφιάς…) παρά τα ψάρια ή των φυτά, κ.ο.κ.]
Το ζήτημα της ηθικής στάσης του καταναλωτή που γνωρίζει πώς παράγεται και από πού προέρχεται το φαγητό του ήταν βασικό θέμα στη συζήτησή μας – αυτό άλλωστε επιδιώκει και ο συγγραφέας. Συζητήσαμε το πόσο ελέγχουμε τι τρώμε, το θέμα της πιστοποίησης των τροφίμων που αγοράζουμε, τα με «βιολογικό» τρόπο παραγόμενα ζώα [που, σύμφωνα με το βιβλίο, δεν απέχουν πολύ από τα μη βιολογικά… όχι μόνο όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσής τους, αλλά και όσον αφορά τον οργανισμό τους, αφού και τα «βιολογικά» ζώα έχουν υποστεί γενετική μετατροπή, ώστε να δίνουν μεγάλους μύες και μικρά και εύθραυστα κόκκαλα…].
Συμφωνήσαμε ότι η στάση μας, ως καταναλωτές, δεν [μπορεί να] είναι ίδια πριν και αφού γνωρίσουμε τις μεθόδους βιομηχανοποιημένης εκτροφής, ωστόσο, από την άλλη, η ευθύνη των θεσμών και των αγορών, που όχι μόνο επιτρέπουν αλλά και προάγουν αυτούς τους τύπους εκμετάλλευσης των ζώων, δεν μπορεί να μεταφέρεται στον τελικό καταναλωτή (βέβαια, εμείς έχουμε οπωσδήποτε την ευθύνη της υπερκατανάλωσης και της πολυφαγίας, που είναι ένα θέμα πολύ ευρύτερο της κρεοφαγίας…) Ωστόσο, ειδικά επειδή στην περίπτωση του φαγητού η καθημερινή ευθύνη του καθενός μας είναι άμεση, και επειδή τίθεται και ένα θέμα κόστους [με τα «οργανικά» και «βιολογικά» και «ελεύθερης βοσκής» και τα λοιπά, τα οποία είναι απρόσιτα στα χαμηλά εισοδήματα] μπαίνει πάντα το θέμα, τι είναι καλύτερο, φτηνό «κακό» κρέας πέντε φορές την εβδομάδα ή ακριβότερο «καλό» κρέας μία ή δύο φορές? Και άραγε, τελικά, υπάρχει «καλό» κρέας ή οποιαδήποτε επιλογή κρεοφαγίας μας κάνει συνένοχους στην «απάνθρωπη» βιομηχανοποιημένη παραγωγή ζώων? Το ερώτημα παρέμεινε να εκκρεμεί, δεδομένου ότι κανείς μας δεν δήλωσε χορτοφάγος…
Εξ άλλου η «συνενοχή» αυτή δεν αφορά μόνο την ίδια την μαζικής κλίμακας παραγωγή δια βίου βασανιζόμενων ζώων, στην έκταση που ισχύει αυτό κατά τόπους, αλλά και το οικολογικό αποτύπωμα αυτής της πρακτικής, το οποίο, σύμφωνα με το βιβλίο, τουλάχιστον όσον αφορά, για παράδειγμα, την υπερθέρμανση του πλανήτη, είναι μεγαλύτερο στην βιομηχανοποιημένη εκτροφή ζώων παρά σε οποιαδήποτε άλλη συστηματική ανθρώπινη πρακτική. Αφορά ακόμα και την αλλαγή του συνολικού ισοζυγίου της τροφής που παράγεται πάνω στον πλανήτη, αφού όλο και μεγαλύτερες ποσότητες φυτικών τροφών [είτε στην φυσιολογική είτε στη μεταλλαγμένη εκδοχή τους] «αποχαρακτηρίζονται» από τροφές για ανθρώπους και προορίζονται για ζωοτροφές, επιδεινώνοντας το πρόβλημα της ανθρώπινης πείνας και δεσμεύοντας τεράστιες εκτάσεις γης. Και αφορά ακόμα και τις τεράστιες λίμνες περιττωμάτων απ’ όλα αυτά τα έγκλειστα ζώα, που δεν μπορούν να απορροφηθούν από το χώμα, που χύνονται στα νερά, που ακόμα κι αν μπορούσαν ν’ απορροφηθούν θα έβλαπταν μάλλον παρά θα ωφελούσαν (όπως το παλιό καλό λίπασμα της κοπριάς), λόγω της σύστασής τους…
Τέλος, η κουλτούρα του φαγητού, το φαγητό ως ιστορία και ως πολιτισμός ήταν μια διάσταση που συνεχώς επανερχόταν στη συζήτησή μας. Αναρωτηθήκαμε πώς άλλαξαν τόσο γρήγορα και ισοπεδωτικά οι διατροφικές συνήθειες στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, πώς φτάσαμε να τρώμε για να τρώμε αντί να τρώμε για να ζήσουμε, πώς το φαγητό σταμάτησε να είναι απλώς τροφή κι έγινε λάιφ στάιλ…
(η σύνοψη από την Κατερίνα Χρυσανθοπούλου)